Γυρνώντας στην περίπτωση της Annet, η ίδια, κοιτώντας πίσω σε εκείνες τις μέρες της άφιξής της στην Ελλάδα, αναφέρει ότι δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά, γιατί απλώς προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα και να προστατεύσει το παιδί της. Συνειδητοποιεί, πόσο ευάλωτη ήταν και ότι χρειαζόταν χρόνο, υποστήριξη, πληροφορίες και ψυχολογική υποστήριξη. Αλλά όλα έγιναν πολύ γρήγορα.
“Ήμουν κάτω από μεγάλη πίεση. Στην πρώτη μου συνέντευξη στην υπηρεσία Ασύλου, δεν είπα τις αληθινές μου εμπειρίες. Απλώς επανέλαβα αυτά που μου είπαν οι διακινητές και άλλοι άνθρωποι ότι πρέπει να πω. Εκείνη τη στιγμή, δεν εμπιστευόμουν κανέναν. Φοβόμουν και ήμουν μπερδεμένη. Εξαιτίας αυτού, η αίτησή ασύλου που έκανα, απορρίφθηκε” λέει η Annet.
Περιπτώσεις όπως η απόρριψη του καθεστώτος ασύλου για την Annet, είναι πολύ συχνές, αφού υπάρχει πολύ μεγάλη δυσκολία να μοιραστούν το τραύμα τους, με αποτέλεσμα η κρίση για την χορήγηση ή μη του καθεστώτος ασύλου να γίνεται χωρίς να έχουν ληφθεί υπόψιν οι πραγματικές εμπειρίες τους.
“Χρειάζεται ένα πραγματικά ολιστικό πρόγραμμα ένταξης, που να βλέπει την οικογένεια ως σύνολο. Να στηρίζει το παιδί, αλλά και τον γονέα – πολύ συχνά τη μητέρα – γιατί η ευημερία του ενός επηρεάζει άμεσα την ευημερία του άλλου. Όμως αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί αν δεν υπάρξει ουσιαστική στήριξη στη μεταβατική περίοδο, από τη στιγμή που μια οικογένεια φεύγει από το camp μέχρι να μπορέσει να σταθεί αυτόνομα στην κοινωνία”, λέει η Ναντίνα Τσέκερη.
Πλέον, η υπόθεσή της εξετάζεται εκ νέου και αναμένει την απόφαση για τη χορήγηση ή μη ασύλου.
Τα συνοδευόμενα παιδιά κουβαλούν ένα πολλαπλό τραύμα. Έχουν βιώσει τον βίαιο ξεριζωμό από την πατρίδα τους, τις κακουχίες και την ανασφάλεια του προσφυγικού ταξιδιού, συχνά ακραίες συνθήκες διαβίωσης, αλλά και τον φόβο μέσα από τα μάτια των ίδιων των γονιών τους. Πολλά έχουν υπάρξει μάρτυρες βίας, απωλειών ή βαθιάς απόγνωσης. “Και όλα αυτά τα κουβαλούν σιωπηλά”, κατά τη Ναντίνα Τσέκερη.
Επιστρέφοντας στην περίπτωση της Annet, η ίδια πέρασε από δύο απορριπτικές αποφάσεις -σε πρώτο και δεύτερο βαθμό- για τη χορήγηση του ασύλου. Αυτές, την έκαναν να νιώθει ένοχη, αβοήθητη και χωρίς ελπίδα, γιατί θεωρούσε ότι απογοήτευσε το παιδί της.
“Λόγω της απόρριψης, αναγκάστηκα να φύγω από το camp στο οποίο έμενα. Για κάποια βράδια, εγώ και το παιδί μου μείναμε σε ένα πάρκο. Αυτές οι νύχτες είναι κάτι που δε θα ξεχάσω ποτέ. Άνθρωποι μας πλησίαζαν και συνεχώς φοβόμουν. Έμενα συνεχώς ξύπνια, για να κοιτάζω γύρω μου, ώστε να είμαι σίγουρη ότι το παιδί μου είναι ασφαλές. Αργότερα γνώρισα μια γυναίκα που είχε αντίστοιχα προβλήματα και καταφέραμε να μείνουμε μαζί σε ένα διαμέρισμα, με πολλά άτομα μαζί. Ακόμα δεν ένιωθα πλήρως ασφαλής, αλλά ήταν καλύτερα από τον δρόμο” περιγράφει η Annet.
Της πήρε πολλούς μήνες μέχρι να καταφέρει να μιλήσει και να μοιραστεί τις πραγματικές εμπειρίες της. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η επαφή της με τη Defence for Children, καθώς εκεί ενημερώθηκε για τις διαδικασίες που μπορούσαν να την προστατεύσουν και να τη στηρίξουν. Αυτό, της έδωσε κουράγιο, λέει χαρακτηριστικά, αλλά και κατεύθυνση. Πλέον, η υπόθεσή της εξετάζεται εκ νέου και αναμένει την απόφαση για τη χορήγηση ή μη ασύλου.