Μια υπόκλιση στο απόκοσμο του “Dopamine Chamber” των Fontaines D.C.

Προσθέστε Εδώ το Κείμενο Επικεφαλίδας σας
@fyinews team

16/10/2026

Αντιγραφή συνδέσμου
fyi:
  1. Ο νέος δίσκος των Fontaines D.C., Dopamine Chamber, κυκλοφόρησε σήμερα και υποκλινόμαστε στον “απόκοσμο” ήχο που συνοδεύτει τη φωνή του Grian Chatten και τους στίχους που αποστρέφονται το εφήμερο του σύγχρονου τρόπου ζωής.
  2. Μας είχαν προϊδεάσει με τρία τραγούδια που κυκλοφόρησαν πριν την κυκλοφορία του δίσκου, ανάμεσά τους το πολυαναμενόμενο “Where is Gone” στο οποίο τραγουδάει και η Rosalía.
  3. Ο Βίκτωρας Αντωνόπουλος γράφει για το Dopamine Chamber, μας γυρνάει στη συναυλία τους στο Λονδίνο το 2025 και στέκεται στο “συναίσθημα” που γεννά η μουσική τους.

Του Βίκτωρα Αντωνόπουλου

Θα μπορούσα να ξεκινήσω πολύ εύκολα αυτό το κείμενο με τη φράση “Οι Fontaines D.C. είναι η καλύτερη μπάντα στον πλανήτη”. Θα προσπαθήσω να κρατήσω τα προσχήματα, γιατί δεν μου αρέσουν οι υπερβολές (γελάω), όμως έχουν περάσει λίγες ώρες μόλις από την κυκλοφορία του 5ου τους άλμπουμ, “Dopamine Chamber”, και αυτό δεν είναι και πολύ εύκολο. Πώς εξηγείς κάτι τόσο απόκοσμο, κάτι που είναι βγαλμένο από όνειρο και με κάποιο τρόπο πήρε μορφή;

“Dystopia has never sounded so glorious”. Ποτέ άλλοτε η δυστοπία δεν ακουγόταν τόσο υπέροχη. Υπόσχομαι δεν έγραψα εγώ αυτή την ψύχραιμη κριτική, δεν είμαι κριτικός εξάλλου, αλλά το περιοδικό “Rolling Stone”.

Εγώ αυτό που μπορώ να κάνω, για αρχή, πριν προσπαθήσω να γράψω για τον νέο δίσκο τους, είναι να μας μεταφέρω έναν χρόνο πριν, στο 2025.

Ήταν 5 Ιουλίου, ήμουν στο Λονδίνο και είχα μπροστά μου τους Fontaines D.C. Πολύ δραματικός τρόπος για να πω ότι ήμουν σε συναυλία τους. Τότε έκαναν περιοδεία για τον νέο τους δίσκο, το “Romance”. Ο καλοκαιρινός ήλιος του Λονδίνου έδινε ένα φοβερό φως πίσω από τη σκηνή του Finsbury Park. Ή μήπως έβρεχε; Ή και τα δύο; Τέλος πάντων.

Όταν ήρθε η ώρα του encore, είχε ήδη βραδιάσει. Επανήλθαν στη σκηνή με το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου, με αυτόν τον διαπεραστικό και καθηλωτικό ήχο της εισαγωγής του, και τελικά κοιτάζοντάς μας στα μάτια, και τους 45.000 θεατές, ο Grian Chatten αναρωτήθηκε “αν ο έρωτας είναι ένας τόπος, για εμένα και για εσένα”. Δύο κομμάτια μετά, ήρθε η ώρα του “I love you”.

“I love you, I love you, I told you I do. It’s all I’ ve ever felt, I’ ve never felt so well. And if you don’t know it, I wrote you this tune. To be here loving you when I’m in the tomb.”

(Βίκτωρας Αντωνόπουλος/fyi.news)

Ένα γράμμα για την Ιρλανδία (ή μήπως ένα καθαρά ερωτικό γράμμα;), μια δήλωση αφοσίωσης, αγάπης και νοσταλγίας. Στη γέφυρα του τραγουδιού, οι προβολείς έσβησαν. Το κοινό που τραγουδούσε με λατρεία τους στίχους, σιωπά και κοιτάζει τις οθόνες, όπου εμφανίζεται ένα μήνυμα για τη γενοκτονία που διαπράττει το Ισραήλ στη Γάζα. Και ο Grian Chatten συνεχίζει:

“Selling genocide and half-cut pride, I understand. I had to be there from the start, I had to be the fuckin’ man”.

Και το κοινό τραγουδάει ξανά, σαν να πρόκειται για διαφορετικό τραγούδι, αλλά ταυτόχρονα να δένει αρμονικά με ό,τι είχαμε ακούσει νωρίτερα. Αυτή τη φορά, το κοινό τραγουδάει με οργή. Για την Παλαιστίνη, για την πολιτική κατάσταση της Ιρλανδίας όπως φανερώνουν οι στίχοι του τραγουδιού· μιας Ιρλανδίας που παραμένει μέχρι σήμερα διαιρεμένη. Για την πολιτική, γενικώς.

“But this island’s run by sharks with children’s bones stuck in their jaws. Now the morning’s filled with cokeys tryna talk you through it all”.

Μετά “Starbuster”. Ένα τραγούδι που απ’ ό,τι φαίνεται έγραψε ο Grian Chatten παθαίνοντας κρίση πανικού. Λογικό. Και τέλος. Κάπου εκεί, οι Fontaines D.C. έφυγαν από τη σκηνή, όλα τα φώτα άνοιξαν και 45.000 άτομα κοιτούσαμε το κενό. Με μια μελαγχολία, σαν να ήταν η τελευταία τους συναυλία. Όλοι ξέραμε, όμως, ότι ίσως δεν έχουμε καν δει το peak τους. Σε αυτό το peak, πλησιάζουν με τον νέο τους δίσκο, το “Dopamine Chamber”.

(fontainesdc.com)

Η αλήθεια είναι ότι ένας καφενειακός φόβος γι’ αυτόν τον δίσκο, υπήρχε. Όχι πραγματικός, αλλά όταν ανεβάζεις τόσο πολύ τον πήχη με το “Skinty Fia” και το “Romance”, αναρωτιέσαι τι άλλο μπορεί να ακολουθήσει. Με τι θα μοιάζει;

Μας συστήθηκαν με το “Dogrel” και το “A hero’s death”. Ακολούθησε το “Skinty Fia” και μετά το “Romance”. Και αν οι πρώτοι δύο δίσκοι με τους οποίους μας συστήθηκαν, είχαν κοινή αισθητική, οι επόμενοι δύο ήδη διέφεραν αρκετά και μεταξύ τους και με την αρχική τους εκδοχή.

Ήταν δεδομένο, λοιπόν, ότι αυτός ο δίσκος δεν θα έμοιαζε με τίποτα. Όπως και έγινε. Με τι μπορεί να παρομοιάσεις το απόκοσμο;

Μας είχαν προϊδεάσει με 3 τραγούδια που βγήκαν πριν την κυκλοφορία του δίσκου. Ξεκίνησαν με το “Marianne”, ένα κινηματογραφικό τραγούδι που μας έβαλε στο παράξενο σύμπαν αυτού του (επίσης) κινηματογραφικού άλμπουμ. Ήταν, ίσως, η τέλεια εισαγωγή για τον τίτλο του συγκεκριμένου δίσκου, “Dopamine Chamber”, θάλαμος ντοπαμίνης, μια ορολογία που χρησιμοποιείται για να ορίσει τα γρήγορα ερεθίσματα των social media και τις σύγχρονες εξαρτήσεις που προκύπτουν από τον αλγόριθμό τους, το εφήμερο, τις ουσίες, τον καταναλωτισμό.

Ακολούθησε το “Tongue”, το οποίο χρειάστηκε να ακούσω 2η και 3η φορά για να αγαπήσω. Ένα απόκοσμο τραγούδι, με σπάνιο ήχο, που πλησίασε πολύ ακουστικά τον υπόλοιπο δίσκο που ακούσαμε σήμερα.

Μετά ήρθε το τραγούδι που περίμενε όλος ο πλανήτης. Το feature της Rosalía (η οποία κυριολεκτικά έχει κάνει follow το fyi.news). Η ερωτική μπαλάντα “Where is gone?”, στην οποία η Rosalía τραγουδάει στα αγγλικά και η φωνή της μπλέκεται άψογα με του Grian Chatten. Απόλαυση (αν και μια άλλη λέξη μου έρχεται στο μυαλό).

Και φτάσαμε στο σήμερα, στην αποκάλυψη όλου του δίσκου, που ξεκινάει με το “Six Shot Morning”. “Six shot morning it’s a beautiful world” λέει ο Grian Chatten κι εγώ προσπαθώ να καταλάβω αν αυτός ο ήχος, που μπλέκεται και “χορεύει” με τους στίχους του, είναι αληθινός. Είναι;

Ό,τι ακολουθεί αποτυπώνει τη δυστοπία που περιγράφει το “Rolling Stone”. Σαν να μας μεταφέρουν στις ταινίες και το σύμπαν του Lynch. Στο “Mimesis” μπαίνουμε για τα καλά στον “θάλαμο ντοπαμίνης”: “well everybody’s depressed, we’ re running on a wheel” (…) “your indifference won’t make me disappear” (…) “tired of living in a photograph”. Κατάθλιψη, εμμονή, αποστροφή για τον επιφανειακό τρόπο ζωής. Και σε όλα αυτά, μουσική εύθυμη, γρήγορη και ρυθμική. Αυτή η αντίθεση κυριαρχεί σε αυτόν τον δίσκο, σε πολλά σημεία του.

Το “One man” είναι το επίκεντρο του δίσκου και το τραγούδι που εμφανίζεται η έννοια του “Dopamine Chamber”. Ίσως είναι και το μόνο τραγούδι που μελωδία και στίχος συμβαδίζουν με αρμονία και όχι σαν αντιθετικά και αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία. Είτε απομονώσεις τους στίχους είτε τη μελωδία, δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγεις από τον πόνο.

Ξεκινάει με τον στίχο “I failed you” για να φτάσει κάποια στιγμή στη μέση του τραγουδιού στη σπαρακτική παραδοχή “Dopamine chamber just trying to kill the pain. You can’t escape the feeling once you’ve given it a name”. Μετάφραση, “Ο Θάλαμος ντοπαμίνης απλώς προσπαθεί να σκοτώσει τον πόνο μου. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από το συναίσθημά σου μόλις του δώσεις όνομα”.

Η στιγμή που συνειδητοποιείς αυτό το συναίσθημα, την κατάθλιψη, ή οτιδήποτε άλλο νιώθεις,  είναι και η στιγμή που σταματάς να κρύβεσαι πίσω από τις εφήμερες “χαρές” (τον θάλαμο ντοπαμίνης) που σε κάνουν να κοιτάς αλλού και όχι μέσα σου. Πλέον έχεις δώσει όνομα στον πόνο σου. Είναι η στιγμή που κοιτάς μέσα σου και καταλαβαίνεις τι νιώθεις, εξηγείς τη συμπεριφορά σου και τον τρόπο που αυτή σε έχει απομακρύνει από τη χαρά. Όχι την εφήμερη, την πραγματική. Αλλά η χαρά έχει γίνει άγνωστη λέξη και τόσο καιρό τη διώχνεις, γιατί δεν ξέρεις τι να την κάνεις.

Ο δίσκος κλείνει με το “Intimate”, έναν σκοτεινό επίλογο με πολλές στιχουργικές επαναλήψεις για τον θάνατο (“Dying and dying and dead”), που αμφισβητεί την οικειότητα σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και λιγότερο προσιτός.

(Tomas Tkacik/SOPA Images)

Οι Fontaines μιλούν για τον έρωτα, για την αγάπη, για τη νιότη, για τη μελαγχολία, για το συναίσθημα γενικώς, που σε απελευθερώνει όταν εξωτερικεύεται. Κάθε τους τραγούδι είναι και ένα συναίσθημα, μια ανάμνηση, μια μομφή στον απρόσωπο σύγχρονο κόσμο. Κάθε τους παρουσία είναι και πολιτική τοποθέτηση, χωρίς να χρειαστεί καν να το δηλώσουν στο μικρόφωνο. Πόσο σπουδαίο το να μην λες τίποτα και όμως να λες τόσα πολλά και να το κάνεις τόσο δυνατά, ε;

Δεν υπάρχει “αντικειμενικότητα”, αλλά αν υπήρχε, σίγουρα θα ήταν μια έννοια με την οποία θα ήμουν τσακωμένος, τουλάχιστον για συγκεκριμένα θέματα: για τον Παναθηναϊκό, για τον Θοδωρή Αγγελόπουλο και (κρατηθείτε) για τους Fontaines. Οκ, μετά από τόση σάλτσα που έχω γράψει, θα το είχατε καταλάβει. Ευτυχώς, όμως, για εσάς, δεν είμαι κριτικός μουσικής ή οποιασδήποτε τέχνης.

Ωστόσο, ξέρω ότι οι Fontaines D.C. είναι η μπάντα που θα συνοδεύει τη γενιά μου, όπως συνόδευαν άλλες μπάντες τη γενιά των γονιών μας. Όσο μεγαλώνω, όσο μεγαλώνουμε, μεγαλώνουν κι εκείνοι μαζί μας. Πόσο σπουδαίο είναι να υπάρχουν μπάντες, μουσικές, τέχνες, που να σε πιάνουν από το χέρι όσο η ζωή κυλάει και να μην σε αφήνουν;

Θυμάμαι στη συναυλία έναν πιτσιρικά που είχε ανέβει στους ώμους του φίλου του, όταν έπαιζε το “It’s amazing to be young”. Χόρευε τόσο αθώα και παιδικά, πλήρως εναρμονισμένα με το τραγούδι. Σαν να τοποθετήθηκε εκεί εντελώς θεατρικά, για να κάνει ακριβώς αυτό. Προφανώς δάκρυσα.

“Sometimes I wake up and it’s dark. Perform the ritual that puts me in the part. But I sang them every word I had. Seems like they’re never gonna understand. That the cost, brings you down.

But it’s amazing, to be young”.

AD(1024x768)