“Τελικά η ιρλανδική κυβέρνηση αρνήθηκε να υιοθετήσει στο σύνολό της, την πρόταση της Frances Black και, αντ’ αυτής, παρουσίασε πέρυσι τη δική της πιο ελλιπή νομοθεσία, η οποία απαγορεύει το εμπόριο αγαθών αλλά όχι υπηρεσιών, όπως τεχνολογίας, τουρισμού και πληροφορικής, οι οποίες παρέχονται στους εποικισμούς από εταιρείες με έδρα την Ιρλανδία” επισημαίνει ο Connor O’ Neill.
Οι υπηρεσίες αυτές αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% του εμπορίου της Ιρλανδίας με τον υπόλοιπο κόσμο, επομένως πρόκειται για σημαντική αποδυνάμωση της αρχικής νομοθετικής πρότασης για το ζήτημα.
Κατά τον Connor O’ Neill, η ιρλανδική κυβέρνηση έκανε πίσω λόγω φόβων ότι αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει τις αμερικανικές πολυεθνικές που είναι εγκατεστημένες στη χώρα.
Η κυβέρνηση επιμένει ότι, αντί να εντάξει η ίδια τις υπηρεσίες στο εμπάργκο, θα προωθήσει την επιβολή απαγόρευσης σε επίπεδο ΕΕ για το εμπόριο με τους εποικισμούς, η οποία θα περιλαμβάνει τόσο τα αγαθά όσο και τις υπηρεσίες, “αν και αυτό θα είναι δύσκολο, δεδομένου του σημερινού ευρωπαϊκού πολιτικού πλαισίου”, λέει ο Connor O’ Neill. “Η νομοθεσία αποτελεί ένα βήμα προς τα εμπρός, αλλά θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι πολύ πιο φιλόδοξη. Θα συνεχίσουμε την εκστρατεία μας μέχρι να τεθεί σε εφαρμογή μια πλήρης και ολοκληρωμένη απαγόρευση”.
Η συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο
Λίγες μέρες μετά την υπερψήφιση του νομοσχεδίου, τη Δευτέρα 13 Ιουλίου, ξεκίνησε πράγματι και η συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αφού ήδη αρκετές χώρες, που ευελπιστούν να υπάρξει μια κοινή ευρωπαϊκή πρωτοβουλία, έχουν καταθέσει αντίστοιχες προτάσεις σε εθνικό επίπεδο.. Ήδη, σχετικές νομοθετικές διαδικασίες βρίσκονται σε εξέλιξη στα κοινοβούλια του Βελγίου και της Ολλανδίας, ενώ εκτός ΕΕ η Νορβηγία έχει ανακοινώσει ένα παρόμοιο σχέδιο.
“Η πρόταση της Κομισιόν περιορίζεται στο εμπόριο αγαθών και βρίσκεται επί του παρόντος στο επίκεντρο μιας συνεχιζόμενης τεχνικής και νομικής διαμάχης σχετικά με το εάν απαιτείται απόλυτη ομοφωνία για την έγκρισή της ή εάν θα μπορούσε να εγκριθεί με ειδική πλειοψηφία των κρατών-μελών” εξηγεί ο Connor O’ Neill.
Τρεις εναλλακτικές εξετάζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή: τη μερική ή πλήρη απαγόρευση των εισαγωγών από τους εποικισμούς, την επιβολή υψηλών δασμών, που θα καθιστούσαν το εμπόριο οικονομικά ασύμφορο και την εφαρμογή συστήματος αδειοδότησης των εισαγωγών.
Σε έγγραφο που αποκάλυψε το Euronews, τονίζεται ότι οι επιλογές “ενδέχεται να έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στις σχέσεις ΕΕ–Ισραήλ, λαμβανομένων επίσης υπόψη των επικείμενων εκλογών [στο Ισραήλ]”. Οι εκλογές θα γίνουν στις 27 Οκτωβρίου και θα είναι οι πρώτες μετά τις 7 Οκτωβρίου 2023, όταν η Χαμάς πραγματοποίησε επιθέσεις στο Ισραήλ.
“Εάν η ΕΕ απαγόρευε κάθε μορφή εμπορίου και επενδύσεων στους παράνομους εποικισμούς, θα διέκοπτε μια βασική πηγή εσόδων τους”.
Αυτό που δεν έχει ξεκαθαρίσει, όμως, είναι αυτό που επισημαίνει παραπάνω ο Connor O’Neill, για το αν απαιτείται ομοφωνία ή ειδική πλειοψηφία των κρατών-μελών. Κι αυτό γιατί, με τα σημερινά δεδομένα, είναι αδύνατο να υπάρξει ομοφωνία, αφού το Συμβούλιο είναι χωρισμένο στα δύο: από τη μία οι χώρες που πιέζουν για αυστηρότερα μέτρα, με τη στήριξη της επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, Kaja Kallas, από την άλλη η πρόεδρος της Κομισιόν, Ursula von der Leyen, και χώρες όπως η Γερμανία και η Τσεχία.
Πάντως, όπως τονίζει το POLITICO, οποιοδήποτε εμπορικό μέτρο προκύψει θα έχει περιορισμένο οικονομικό αντίκτυπο στο Ισραήλ, καθώς το εμπόριο με τους παράνομους εποικισμούς στη Δυτική Όχθη αντιστοιχεί περίπου στο 0,5% του συνολικού εμπορίου της ΕΕ με το Ισραήλ, σύμφωνα με εκτίμηση της Επιτροπής. Η ΕΕ, εξάλλου, είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος του Ισραήλ.
“Εάν η ΕΕ αξιοποιούσε τη συλλογική οικονομική της ισχύ και απαγόρευε κάθε μορφή εμπορίου και επενδύσεων στους παράνομους εποικισμούς, θα διέκοπτε μια βασική πηγή εσόδων τους. Θα συνέβαλλε στην οικονομική απομόνωσή τους και θα παρείχε κίνητρα στις εταιρείες να τερματίσουν την εμπορική τους εμπλοκή, η οποία έχει διαδραματίσει πολύ σημαντικό ρόλο στην επέκταση των εποικισμών” αναφέρει ο Connor O’ Neill.
“Ρεαλιστικά”, όμως’, “η ΕΕ και τα κράτη μέλη της θα έπρεπε να επιδιώκουν πολύ ευρύτερες οικονομικές κυρώσεις κατά του Ισραήλ”.
Καταλήγει, ότι “δυστυχώς, απέχουμε πολύ από την επίτευξη πολιτικής συμφωνίας για κάτι τέτοιο, πιο ευρύ, βραχυπρόθεσμα, γεγονός που καθιστά πιθανότερη μια απαγόρευση του εμπορίου με τους εποικισμούς. Ωστόσο, δεν θα πρέπει ποτέ να αποδεχθούμε ότι αυτό αρκεί”.
Πάντως, μέχρι την επόμενη συνεδρίαση του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ, τον Οκτώβριο, ενδέχεται να δούμε και άλλα κράτη μέλη της ΕΕ να αναλαμβάνουν δράση σε εθνικό επίπεδο, όπως έχουν ήδη πράξει η Ισπανία και η Ιρλανδία.
Το ερώτημα, αν “αρκεί”, παραμένει όμως.
Η απόφαση του Δικαστηρίου της Χάγης δημιουργεί διεθνείς νομικές υποχρεώσεις
Στην πραγματικότητα, η στατιστική δείχνει ότι “δεν αρκεί” η διακοπή του εμπορίου με την Κατεχόμενη Δυτική Όχθη, ώστε να έχει συνολικό αντίκτυπο και επιπτώσεις στην οικονομία του Ισραήλ. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι η απόφαση της Ισπανίας το 2025 και της Ιρλανδίας τώρα, προκαλούν domino effect. Κι αυτό γιατί ενδεχομένως να μην είχε ξεκινήσει συζήτηση σε επίπεδο υπουργών, αν αυτές οι δύο χώρες δεν υιοθετούσαν την απόφαση του Δικαστηρίου της Χάγης.
“Παρά τη γνωμοδότηση του Δικαστήριο της Χάγης, η Ιρλανδία εξακολουθεί να μην έχει προχωρήσει αρκετά και, μέχρι να εφαρμοστεί πλήρης απαγόρευση κάθε εμπορικής δραστηριότητας, τόσο σε αγαθά όσο και σε υπηρεσίες, θα εξακολουθούμε να παραβιάζουμε τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις που προσδιόρισε το Διεθνές Δικαστήριο” εξηγεί ο Connor O’ Neill.
“Ρεαλιστικά, τα χρόνια δηλώσεων και έντονων καταδικαστικών τοποθετήσεων δεν έχουν κάνει τίποτα για να αποτρέψουν το εποικιστικό κίνημα”.
Ο ίδιος στέκεται στο γεγονός ότι η γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου, δημιουργεί “διεθνείς νομικές υποχρεώσεις”. Γι’ αυτό και, τονίζει ότι “επειδή οι εποικισμοί αποτελούν σημαντικό ζήτημα και είναι αναμφισβήτητα παράνομοι και, βάσει του διεθνούς δικαίου, όλες οι χώρες οφείλουν να διακόψουν το εμπόριο μαζί τους, το μέτρο αυτό εξακολουθεί να είναι πολύ περιορισμένο”.
Και καταλήγει: “Ρεαλιστικά, τα χρόνια δηλώσεων και έντονων καταδικαστικών τοποθετήσεων δεν έχουν κάνει τίποτα για να αποτρέψουν το εποικιστικό κίνημα και θα χρειαστούν ουσιαστικά οικονομικά μέτρα για να αλλάξει η κατάσταση. Το διεθνές δίκαιο πρέπει να εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο για όλους, διαφορετικά η δέσμευσή μας απέναντί του υφίσταται μόνο κατ’ όνομα”.