Ήταν 2004, πήγαινα 4η δημοτικού και κυκλοφόρησε ο Μαζωνάκης το “Gucci Φόρεμα”. Τρελάθηκε όλο το σχολείο. Σε βαθμό που -και εδώ είναι το ζουμί αυτής της ιστορίας- ένας συμμαθητής μου, έσκασε μύτη στις απόκριες φορώντας γούνα και κρατώντας ένα μπαστούνι. Κοινώς, ντύθηκε Μαζωνάκης. Περιττό να πω ότι είναι από τις πιο επικές αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων αυτή η εικόνα.
Μεγαλώνοντας και απομακρυνόμενος από τα 00s, ξεκίνησαν τα ξενύχτια και “ξημερώνει πάλι σκέτη παραζάλη”. Αυτό σημαίνει ότι συνήθως η νύχτα και το ξημέρωμα με βγάζει σε κάποιο μπαρ, σε κάποιο πάρτι, που όλα αυτά έχουν πολλά κοινά -γιατί η μονοκουλτούρα δεν έχει πεθάνει- και ένα από αυτά είναι ότι θα παίξει Μαζωνάκη σχεδόν σε κάθε συνθήκη. “Το Gucci Φόρεμα”, το “4 Πήγε” (ρισπέκτ σε όσα μαγαζιά το βάζουν όταν όντως πάει 4), το “Είσαι Φοβερή”, το “Δύσκολα Φεγγάρια”, τον ύμνο “Ώρες Μικρές”, το “Τι σου Έχω Κάνει”, το “Ανήκω σε’ μένα” και τόσα άλλα.
Ο Μαζωνάκης, θέλοντας και μη έγινε από τους ελάχιστους μουσικούς που συνέδεσαν τόσο πολύ τα παιδικά μας χρόνια με την εφηβεία και την εφηβεία με την ενηλικίωση, με έναν τρόπο που πέρασε εντελώς απαρατήρητος. Δεν μπορώ ειλικρινά να εξηγήσω πώς έγινε αυτό. Υποτίθεται ότι είμαι και από τους ανθρώπους που “ελληνικά ακούνε μετά από μια ποσότητα αλκοόλ και πάνω”.
Αυτό φυσικά το γράφω επίτηδες έτσι, για να πω ότι ο Μαζωνάκης ίσως αυτό που κατάφερε περισσότερο από κάθε άλλον, και καλύτερα από τις ίδιες του τις τραγουδάρες, είναι να ρίξει ακριβώς όλες αυτές τις χαζές μας άμυνες. Όλη αυτήν την ψευτοκουλτουρέ υποκρισία. Έχω πει αρκετές φορές στο παρελθόν την παραπάνω φράση, αλλά όταν χόρεψα ζεϊμπέκικο με Μαζωνάκη μάλλον δεν είχε πολλή σημασία ε; Θλιβερό θέαμα ήταν, αλλά αυτό είναι άσχετο.
Τελικά, ως άνθρωποι που συσχετιζόμαστε σε αυτό που ονομάσαμε ως “κοινωνία”, αυτό που αποζητάμε είναι το “μαζί”.
Δείτε λίγο γύρω σας ποιοι στεναχωριούνται για τον Μαζωνάκη και μετά θυμηθείτε τι λένε σε διάφορε συζητήσεις. Άνθρωποι που δεν αποδέχτηκαν ποτέ τις αντιφάσεις τους, αντιφάσεις που στην πραγματικότητα όλοι/ες κουβαλάμε. Αλλά προχθές ακόμα και αυτή η άμυνά τους έπεσε.
Και αυτό είναι μαγικό όταν το πετυχαίνει ένας άνθρωπος με την τέχνη του, όποια κι αν είναι αυτή.
Τελικά, ως άνθρωποι που συσχετιζόμαστε σε αυτό που ονομάσαμε ως “κοινωνία”, αυτό που αποζητάμε είναι το “μαζί”. Ίσως όχι πάντα για τους “σωστούς” λόγους, ίσως λιγότερο πολιτικά απ’ ό,τι θα “έπρεπε”. Αλλά σε κάθε περίπτωση, η χαρά και η λύπη δεν είναι ποτέ μοναχικά συναισθήματα, τελικά. Ζούμε και πεθαίνουμε μόνοι/ες, αλλά σε αυτή τη μοναχική πορεία, θέλουμε να μοιραζόμαστε το συναίσθημά μας με τους δικούς μας ανθρώπους. Όπως κάνει όλη η Ελλάδα από την Τετάρτη.
Στην τελική, για να γυρίσω στο όλο θέμα της μονοκουλτούρας ζούμε εντός του καπιταλιστικού συστήματος, ένα σύστημα τόσο ισχυρό, που εξελίχθηκε κι αυτό σε μονοκουλτούρα.
Ένα σύστημα το οποίο κάποτε προωθούσε την κατανάλωση του “ενός” και που πλέον, βλέποντας ότι η μαζοποίηση γίνεται βαρετή, “έφτιαξε” αλγορίθμους που μας κάνουν να νιώθουμε μοναδικοί/ές και ξεχωριστοί/ές καταναλωτές/ριες. Να καταναλώνουμε, δηλαδή, “πολλά” και όχι “ένα”, με την ίδια, όμως, συχνότητα. Μέσα σε όλη αυτήν την αντίφαση της σύγχρονης κοινωνίας, την ίδια ώρα που θα νιώθουμε μοναδικοί/ές μέσα στον μικρόκοσμό μας, έρχεται η στιγμή που, για να μιλήσω και στη γλώσσα του αλγόριθμου, κάνουμε trending τα τραγούδια του Μαζωνάκη.