(YouTube)

Ο Μαζωνάκης έγινε κομμάτι της συλλογικής λαϊκής μνήμης

Προσθέστε Εδώ το Κείμενο Επικεφαλίδας σας
@fyinews team

11/09/2026

Αντιγραφή συνδέσμου
fyi:
  1. Για να ορίσουμε τη “μονοκουλτούρα”, δηλαδή την ψυχαγωγία που καταναλώνεται καθολικά, θα πρέπει να αναφερθούμε στον θανάτο του Μαζωνάκη και το συλλογικό πένθος που αυτός προκάλεσε.
  2. Παρά το γεγονός ότι ζούμε στην εποχή των αλγορίθμων, οι οποίοι δημιουργούν “μοναδικούς” ανθρώπους, τελικά αυτό που επιζητάμε είναι το “μαζί”: να χαιρόμαστε, να κλαίμε, να συνδεόμαστε, και όλα αυτά παρέα με τους φίλους και τις φίλες μας.
  3. Ο Βίκτωρας Αντωνόπουλος γράφει για τη μονοκουλτούρα, που τελικά δεν πεθαίνει, με αφορμή τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη.

 

Tου Βίκτωρα Αντωνόπουλου

Πάλευα από τον Αύγουστο να σκεφτώ να γράψω ένα κείμενο για τη “Μονοκουλτούρα”. Είχα γράψει μέχρι και κάποιες ακατανόητες σημειώσεις για να μου έρθει η έμπνευση:

  • “Μονοκουλτούρα” – όταν οι άνθρωποι “καταναλώνουν” το ίδιο προϊόν.
  • Συλλογικό πάνω από το ατομικό
  • Καπιταλιστικό σύστημα και μαζική κατανάλωση
  • Αλγόριθμοι και επίπλαστη “μοναδικότητα”.

 

Μαλακίες, δηλαδή. Για να να μπω, όμως, επιτέλους στο θέμα, ένα(ς) μόνο μπορεί να ορίσει τη “μονοκουλτούρα” αυτή τη στιγμή με τρόπο κατανοητό: ο Μαζωνάκης.

Δηλαδή, όλο το συλλογικό πένθος για τον Μαζωνάκη, η συλλογική συζήτηση για τον ίδιο και την προσωπικότητά του, το συλλογικό άκουσμα των τραγουδιών του, η συλλογική μνήμη για γεγονότα από τα ξενύχτια μας που με κάποιο τρόπο “τον” περιλαμβάνουν. Όλα αυτά, είναι ο “ορισμός” της “μονοκουλτούρας”. Μιας έκφανσής της, τέλος πάντων.

Η Washington Post ορίζει την “μονοκουλτούρα” ως την ψυχαγωγία που καταναλώνεται καθολικά και μάλιστα ξεκινάει το κείμενο γι’ αυτό το θέμα, λέγοντας ότι η “μονοκουλτούρα πεθαίνει με ταχείς ρυθμούς”, γιατί “όλοι παρακολουθούμε και ακούμε διαφορετικά πράγματα, τα οποία μας προωθούν αλγόριθμοι σχεδιασμένοι να μας χωρίζουν σε καταναλωτές που ικανοποιούνται με μοναδικό τρόπο”.

Δεν ξέρω πόσες φορές έχω δει τόσο ετερόκλητο κόσμο, να στεναχωριέται ειλικρινά και να συζητάει τόσο πολύ για έναν άνθρωπο.

Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό το καλοκαίρι, λέει η WP, μας δίδαξε κάτι άλλο, ότι η μονοκουλτούρα ίσως και να μην έχει πεθάνει ακόμα. Και έχει ως παραδείγματα ότι η συντριπτική πλειονότητα είδε Μουντιάλ, ακόμα και όσοι/ες προηγουμένως δεν είχαν ποτέ ιδιαίτερη ζέση να παρακολουθούν 22 άτομα να τρέχουν πίσω από μια μπάλα, είδε (εγώ όχι ακόμα) την Οδύσσεια τόσο μαζικά ώστε να σπάσει κάποια ρεκόρ στο Box Office, συζήτησε τον γάμο της Taylor Swift μανιωδώς και άλλα αντίστοιχα.

Όλα καταλήγουν, λοιπόν, ότι ακόμα και σε αυτήν την αλγοριθμική εποχή, τελικά χρειαζόμαστε κάτι το οποίο θα μας κάνει να παρατήσουμε για λίγο τη μοναδικότητά μας σε μια γωνιά και να κλάψουμε, να γελάσουμε, να χαρούμε, να στεναχωρηθούμε, όλα αυτά, όμως, με παρέα και όχι μόνοι/ες μας. Αποζητάμε τη σύνδεση.

Προχθές, ο θάνατος του Μαζωνάκη δημιούργησε αυτό ακριβώς. Δεν ξέρω πόσες φορές έχω δει, στα σχεδόν 31 μου χρόνια, τόσο ετερόκλητο κόσμο, να στεναχωριέται ειλικρινά και να συζητάει τόσο πολύ για έναν άνθρωπο. Δεν είχα συνειδητοποιήσει καν ότι γούσταραν τον ίδιο και τα τραγούδια του τόσοι πολλοί άνθρωποι. Δεν έχει να κάνει βέβαια μόνο με τη μουσική του αυτό. Ωστόσο, βγάζει απόλυτα νόημα τελικά, κι εδώ θα πρέπει να γίνω πάλι αυτοαναφορικός.

Ήταν 2004, πήγαινα 4η δημοτικού και κυκλοφόρησε ο Μαζωνάκης το “Gucci Φόρεμα”. Τρελάθηκε όλο το σχολείο. Σε βαθμό που -και εδώ είναι το ζουμί αυτής της ιστορίας- ένας συμμαθητής μου, έσκασε μύτη στις απόκριες φορώντας γούνα και κρατώντας ένα μπαστούνι. Κοινώς, ντύθηκε Μαζωνάκης. Περιττό να πω ότι είναι από τις πιο επικές αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων αυτή η εικόνα.

Μεγαλώνοντας και απομακρυνόμενος από τα 00s, ξεκίνησαν τα ξενύχτια και “ξημερώνει πάλι σκέτη παραζάλη”. Αυτό σημαίνει ότι συνήθως η νύχτα και το ξημέρωμα με βγάζει σε κάποιο μπαρ, σε κάποιο πάρτι, που όλα αυτά έχουν πολλά κοινά -γιατί η μονοκουλτούρα δεν έχει πεθάνει- και ένα από αυτά είναι ότι θα παίξει Μαζωνάκη σχεδόν σε κάθε συνθήκη. “Το Gucci Φόρεμα”, το “4 Πήγε” (ρισπέκτ σε όσα μαγαζιά το βάζουν όταν όντως πάει 4), το “Είσαι Φοβερή”, το “Δύσκολα Φεγγάρια”, τον ύμνο “Ώρες Μικρές”, το “Τι σου Έχω Κάνει”, το “Ανήκω σε’ μένα” και τόσα άλλα.

Ο Μαζωνάκης, θέλοντας και μη έγινε από τους ελάχιστους μουσικούς που συνέδεσαν τόσο πολύ τα παιδικά μας χρόνια με την εφηβεία και την εφηβεία με την ενηλικίωση, με έναν τρόπο που πέρασε εντελώς απαρατήρητος. Δεν μπορώ ειλικρινά να εξηγήσω πώς έγινε αυτό. Υποτίθεται ότι είμαι και από τους ανθρώπους που “ελληνικά ακούνε μετά από μια ποσότητα αλκοόλ και πάνω”.

Αυτό φυσικά το γράφω επίτηδες έτσι, για να πω ότι ο Μαζωνάκης ίσως αυτό που κατάφερε περισσότερο από κάθε άλλον, και καλύτερα από τις ίδιες του τις τραγουδάρες, είναι να ρίξει ακριβώς όλες αυτές τις χαζές μας άμυνες. Όλη αυτήν την ψευτοκουλτουρέ υποκρισία. Έχω πει αρκετές φορές στο παρελθόν την παραπάνω φράση, αλλά όταν χόρεψα ζεϊμπέκικο με Μαζωνάκη μάλλον δεν είχε πολλή σημασία ε; Θλιβερό θέαμα ήταν, αλλά αυτό είναι άσχετο.

Τελικά, ως άνθρωποι που συσχετιζόμαστε σε αυτό που ονομάσαμε ως “κοινωνία”, αυτό που αποζητάμε είναι το “μαζί”.

Δείτε λίγο γύρω σας ποιοι στεναχωριούνται για τον Μαζωνάκη και μετά θυμηθείτε τι λένε σε διάφορε συζητήσεις. Άνθρωποι που δεν αποδέχτηκαν ποτέ τις αντιφάσεις τους, αντιφάσεις που στην πραγματικότητα όλοι/ες κουβαλάμε. Αλλά προχθές ακόμα και αυτή η άμυνά τους έπεσε.

Και αυτό είναι μαγικό όταν το πετυχαίνει ένας άνθρωπος με την τέχνη του, όποια κι αν είναι αυτή.

Τελικά, ως άνθρωποι που συσχετιζόμαστε σε αυτό που ονομάσαμε ως “κοινωνία”, αυτό που αποζητάμε είναι το “μαζί”. Ίσως όχι πάντα για τους “σωστούς” λόγους, ίσως λιγότερο πολιτικά απ’ ό,τι θα “έπρεπε”. Αλλά σε κάθε περίπτωση, η χαρά και η λύπη δεν είναι ποτέ μοναχικά συναισθήματα, τελικά. Ζούμε και πεθαίνουμε μόνοι/ες, αλλά σε αυτή τη μοναχική πορεία, θέλουμε να μοιραζόμαστε το συναίσθημά μας με τους δικούς μας ανθρώπους. Όπως κάνει όλη η Ελλάδα από την Τετάρτη.

Στην τελική, για να γυρίσω στο όλο θέμα της μονοκουλτούρας ζούμε εντός του καπιταλιστικού συστήματος, ένα σύστημα τόσο ισχυρό, που εξελίχθηκε κι αυτό σε μονοκουλτούρα. 

Ένα σύστημα το οποίο κάποτε προωθούσε την κατανάλωση του “ενός” και που πλέον, βλέποντας ότι η μαζοποίηση γίνεται βαρετή, “έφτιαξε” αλγορίθμους που μας κάνουν να νιώθουμε μοναδικοί/ές και ξεχωριστοί/ές καταναλωτές/ριες. Να καταναλώνουμε, δηλαδή, “πολλά” και όχι “ένα”, με την ίδια, όμως, συχνότητα. Μέσα σε όλη αυτήν την αντίφαση της σύγχρονης κοινωνίας, την ίδια ώρα που θα νιώθουμε μοναδικοί/ές μέσα στον μικρόκοσμό μας, έρχεται η στιγμή που, για να μιλήσω και στη γλώσσα του αλγόριθμου, κάνουμε trending τα τραγούδια του Μαζωνάκη.

(ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ/EUROKINISSI)

Δεν είναι όλα προϊόντα, όμως. Τα συναισθήματα που γεννούνται από τη μουσική και μας κάνουν να αγκαλιάσουμε τους φίλους και τις φίλες μας τραγουδώντας, να χορεύουμε ανάμεσα σε άγνωστα χέρια που θα χτυπάνε παλαμάκια για εμάς και μετά δεν θα μας ξαναδούν, αυτό το χαμογελαστό τσούγκρισμα των ποτηριών υπό τους ήχους ενός τραγουδιού, όλα αυτά δεν ορίζονται από κανέναν αλγόριθμο. Είναι ο αυθορμητισμός που γεννιέται μέσα από τη λαϊκή τέχνη.

Μιας και είπα “λαϊκή τέχνη”, θα χρειαστεί να γίνω άλλη μια φορά αυτοαναφορικός. Όχι για τον Μαζωνάκη, αλλά για τον Θεοδωράκη, μάλλον τον τελευταίο χρονικά που προκάλεσε τόσο έντονο συλλογικό πένθος. Ο Μίκης πέθανε τον Σεπτέμβριο του 2021 και η σορός του τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Εγώ στο σπίτι μου μεγάλωσα με Θεοδωράκη, μεταξύ άλλων, και οι γονείς μου είχαν και προσωπική επαφή μαζί του, οπότε ο θάνατός του ήταν πολύ έντονος και στο σπίτι μου.

Ας πιούμε συλλογικά, λοιπόν, στις αναμνήσεις και στις ιστορίες που θα μας συνοδεύουν στη ζωή και στον θάνατο.

Ο μπαμπάς μου ήταν άρρωστος τότε κι εγώ δούλευα στον Αθήνα 984, οπότε είχα πάει να καλύψω δημοσιογραφικά το λαϊκό προσκύνημα. Μου στέλνει, λοιπόν, όσο ήμουν στη Μητρόπολη: “Μ’ εσένα να είσαι εκεί πάντως, ένιωθα ότι τον αποχαιρετούσα κι εγώ”. Ένα μήνα μετά, ο μπαμπάς μου πέθανε.

Τέτοιες ιστορίες είναι πάντοτε συνδεδεμένες με την τέχνη, και όσο πιο λαϊκή τόσο μεγαλύτερη η σύνδεση. Κι αυτό ισχύει είτε ακούς πανκ, είτε είσαι της υψηλής τέχνης, είτε οτιδήποτε που δεν μπαίνει ή αρνείται να μπει στη σφαίρα του “λαϊκού”. Ο Θεοδωράκης, ο Μαζωνάκης, ο Μητροπάνος, η Μοσχολιού, η Μπελλου, και όσοι/ες πέρασαν με την τέχνη τους στην αθανασία, θα συνοδεύουν ο κάθε ένας και η κάθε μία, τις αγαπημένες μας ιστορίες, χαρούμενες και μη.

Ας πιούμε συλλογικά, λοιπόν, στις αναμνήσεις και στις ιστορίες που θα μας συνοδεύουν στη ζωή και στον θάνατο.

Αλλά, κυρίως, ας πιούμε σε αυτό:

“Ώρες μικρές στα σκοτεινά, του πόνου πιάνω τη συχνότητα σε θέλω τραγικά. Στην ταραγμένη μου ψυχή, θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή”.

AD(1024x768)