Η αλήθεια είναι ότι ένας καφενειακός φόβος γι’ αυτόν τον δίσκο, υπήρχε. Όχι πραγματικός, αλλά όταν ανεβάζεις τόσο πολύ τον πήχη με το “Skinty Fia” και το “Romance”, αναρωτιέσαι τι άλλο μπορεί να ακολουθήσει. Με τι θα μοιάζει;
Μας συστήθηκαν με το “Dogrel” και το “A hero’s death”. Ακολούθησε το “Skinty Fia” και μετά το “Romance”. Και αν οι πρώτοι δύο δίσκοι με τους οποίους μας συστήθηκαν, είχαν κοινή αισθητική, οι επόμενοι δύο ήδη διέφεραν αρκετά και μεταξύ τους και με την αρχική τους εκδοχή.
Ήταν δεδομένο, λοιπόν, ότι αυτός ο δίσκος δεν θα έμοιαζε με τίποτα. Όπως και έγινε. Με τι μπορεί να παρομοιάσεις το απόκοσμο;
Μας είχαν προϊδεάσει με 3 τραγούδια που βγήκαν πριν την κυκλοφορία του δίσκου. Ξεκίνησαν με το “Marianne”, ένα κινηματογραφικό τραγούδι που μας έβαλε στο παράξενο σύμπαν αυτού του (επίσης) κινηματογραφικού άλμπουμ. Ήταν, ίσως, η τέλεια εισαγωγή για τον τίτλο του συγκεκριμένου δίσκου, “Dopamine Chamber”, θάλαμος ντοπαμίνης, μια ορολογία που χρησιμοποιείται για να ορίσει τα γρήγορα ερεθίσματα των social media και τις σύγχρονες εξαρτήσεις που προκύπτουν από τον αλγόριθμό τους, το εφήμερο, τις ουσίες, τον καταναλωτισμό.
Ακολούθησε το “Tongue”, το οποίο χρειάστηκε να ακούσω 2η και 3η φορά για να αγαπήσω. Ένα απόκοσμο τραγούδι, με σπάνιο ήχο, που πλησίασε πολύ ακουστικά τον υπόλοιπο δίσκο που ακούσαμε σήμερα.
Μετά ήρθε το τραγούδι που περίμενε όλος ο πλανήτης. Το feature της Rosalía (η οποία κυριολεκτικά έχει κάνει follow το fyi.news). Η ερωτική μπαλάντα “Where is gone?”, στην οποία η Rosalía τραγουδάει στα αγγλικά και η φωνή της μπλέκεται άψογα με του Grian Chatten. Απόλαυση (αν και μια άλλη λέξη μου έρχεται στο μυαλό).
Και φτάσαμε στο σήμερα, στην αποκάλυψη όλου του δίσκου, που ξεκινάει με το “Six Shot Morning”. “Six shot morning it’s a beautiful world” λέει ο Grian Chatten κι εγώ προσπαθώ να καταλάβω αν αυτός ο ήχος, που μπλέκεται και “χορεύει” με τους στίχους του, είναι αληθινός. Είναι;
Ό,τι ακολουθεί αποτυπώνει τη δυστοπία που περιγράφει το “Rolling Stone”. Σαν να μας μεταφέρουν στις ταινίες και το σύμπαν του Lynch. Στο “Mimesis” μπαίνουμε για τα καλά στον “θάλαμο ντοπαμίνης”: “well everybody’s depressed, we’ re running on a wheel” (…) “your indifference won’t make me disappear” (…) “tired of living in a photograph”. Κατάθλιψη, εμμονή, αποστροφή για τον επιφανειακό τρόπο ζωής. Και σε όλα αυτά, μουσική εύθυμη, γρήγορη και ρυθμική. Αυτή η αντίθεση κυριαρχεί σε αυτόν τον δίσκο, σε πολλά σημεία του.
Το “One man” είναι το επίκεντρο του δίσκου και το τραγούδι που εμφανίζεται η έννοια του “Dopamine Chamber”. Ίσως είναι και το μόνο τραγούδι που μελωδία και στίχος συμβαδίζουν με αρμονία και όχι σαν αντιθετικά και αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία. Είτε απομονώσεις τους στίχους είτε τη μελωδία, δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγεις από τον πόνο.
Ξεκινάει με τον στίχο “I failed you” για να φτάσει κάποια στιγμή στη μέση του τραγουδιού στη σπαρακτική παραδοχή “Dopamine chamber just trying to kill the pain. You can’t escape the feeling once you’ve given it a name”. Μετάφραση, “Ο Θάλαμος ντοπαμίνης απλώς προσπαθεί να σκοτώσει τον πόνο μου. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από το συναίσθημά σου μόλις του δώσεις όνομα”.
Η στιγμή που συνειδητοποιείς αυτό το συναίσθημα, την κατάθλιψη, ή οτιδήποτε άλλο νιώθεις, είναι και η στιγμή που σταματάς να κρύβεσαι πίσω από τις εφήμερες “χαρές” (τον θάλαμο ντοπαμίνης) που σε κάνουν να κοιτάς αλλού και όχι μέσα σου. Πλέον έχεις δώσει όνομα στον πόνο σου. Είναι η στιγμή που κοιτάς μέσα σου και καταλαβαίνεις τι νιώθεις, εξηγείς τη συμπεριφορά σου και τον τρόπο που αυτή σε έχει απομακρύνει από τη χαρά. Όχι την εφήμερη, την πραγματική. Αλλά η χαρά έχει γίνει άγνωστη λέξη και τόσο καιρό τη διώχνεις, γιατί δεν ξέρεις τι να την κάνεις.
Ο δίσκος κλείνει με το “Intimate”, έναν σκοτεινό επίλογο με πολλές στιχουργικές επαναλήψεις για τον θάνατο (“Dying and dying and dead”), που αμφισβητεί την οικειότητα σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και λιγότερο προσιτός.