Καιρό τώρα, ταξιδεύω στο εξωτερικό μόνο για να πάω σε live. Για ποιον άλλο λόγο να σηκωθώ να πάω σ’ άλλη χώρα, αφού κι εκεί θα έχει πάλι άτομα, κτίρια και τοπία; Όσο διαφορετικά ή καλύτερα κι αν είναι, δεν αρκούν να με συγκινήσουν. Δεν παράγω πια ντοπαμίνη απλώς επειδή βλέπω μια ωραία θέα, οι απαιτήσεις του οργανισμού μου έχουν ανέβει. Και στο Σινικό Τείχος να με πάνε, “Σιγά τον φράχτη” θα πω. Που ισχύει.
Όταν έπεσε στο τραπέζι η ιδέα να πάμε Λονδίνο στο last show του USB002 tour του Fred Again.., το τραπέζι κυριολεκτικά έσπασε απ’ το βάρος της πρότασης. Πιο εύκολα έβρισκες τον άνθρωπο της ζωής σου παρά tickets για τα live του Fred, πόσω μάλλον για το τελευταίο που είχε απομείνει. Αν δεν ξέρετε τον Fred, είναι από τους πιο επιδραστικούς παραγωγούς της ηλεκτρονικής μουσικής αυτή τη στιγμή. Όλα τα εισιτήρια για τα 10 show που θα έδινε σε 10 πόλεις μέσα σε 10 εβδομάδες εξαντλούνταν σε νανοδευτερόλεπτα αμέσως μετά το release τους και για αυτό πρόσθεσε άλλα 10 show σε Νέα Υόρκη και Λονδίνο, στα οποία συνέβη ακριβώς το ίδιο.
“Σιγά μη βρείτε” μας έλεγαν όλοι. “Ισχύει” τους απαντούσαμε.
Το group chat “ManiFredation” άρχισε να αδειάζει δραματικά μόλις ήρθε η ώρα να κλείσουμε αεροπορικά, καθώς οι περισσότεροι λάκισαν.
Όταν απογειωνόμασταν από την Αθήνα, ήμουν τρομερά απογοητευμένος. Όταν ρωτήθηκα αν θέλω καφέ ή τσάι, βουρκωμένος φώναξα “ΘΕΛΩ ΤΟΝ FRED”.
“Αφού δεν έχουμε εισιτήρια, τι αεροπορικά να κλείσουμε; Πάτε καθόλου καλά;”
Δεν έχω ξεκάθαρη διάγνωση στα χέρια μου για να απαντήσω με βεβαιότητα σε αυτό, ωστόσο η αίσθησή μου λέει πως όχι, δεν πάμε καλά, γι’ αυτό και απομείναμε τρία άτομα όλα κι όλα στο groupάκι, με τη YOLO προοπτική να βρούμε εισιτήρια στο Λονδίνο, ανήμερα του gig.
Δεδομένης της κακής προϊστορίας μου με αντίστοιχα requests που έχω θέσει στο Σύμπαν, δεν περιμένω θαύματα όταν αφήνω τα πράγματα στην τύχη τους. Γι’ αυτό, δεν μείναμε με σταυρωμένα τα χέρια, αλλά απλώσαμε τα δίχτυα μας σε όλο το web, ενώ απείχαμε ένα βήμα πριν επεκταθούμε και στο dark.
Σπαρακτικά Facebook posts σε private fan groups, γραμμένα με CAPS LOCK και χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας, DMs με scammers στο Reddit και με bots στο Discord, flirty διάθεση στο IG με συνεργάτες του Fred και next-level scouting στο LinkedIn με υψηλά ιστάμενα άτομα της διοργάνωσης. Δυστυχώς, όλα κατέληγαν στα βράχια.
Όταν απογειωνόμασταν από την Αθήνα, ήμουν τρομερά απογοητευμένος. Όταν ρωτήθηκα αν θέλω καφέ ή τσάι, βουρκωμένος φώναξα “ΘΕΛΩ ΤΟΝ FRED”, το οποίο παρεξηγήθηκε απ’ ολόκληρο το αεροπλάνο και κυρίως απ’ την ίδια, που νόμιζε ότι θέλω freddo espresso.
Θα μου πείτε “εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ ασχολείσαι με εισιτήρια και συναυλίες”. Ακριβώς επειδή καίγεται ο κόσμος, ασχολούμαι μ’ αυτά. Για να αποσπώ τον εαυτό μου απ’ την πραγματικότητα, η οποία όσο πάει και χειροτερεύει, και μαζί της κι εγώ.
“We just arrived from Athens with no tickets”, είπα σε έναν με ξανθές μπούκλες.
“Same, just arrived from Australia”.
Εντωμεταξύ, σε ένα online thread είχαμε διαβάσει για μια pub κοντά στο venue που λειτουργούσε σαν άντρο για resales, κάτι σαν άτυπη μαύρη αγορά, γεμάτη μεθυσμένους Άγγλους που πουλούσαν πανάκριβα τα εισιτήριά τους σε τύπους σαν εμάς, με την απόγνωση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους. Μπορεί να μην είχαμε tix, αλλά είχαμε outfits. Έτσι, όταν ανοίξαμε την πόρτα της pub, μπήκαμε μέσα σαν τρεις μαυροφορεμένες, εσωστρεφείς κατάρες, με μούτρα μέχρι το πάτωμα. Το ρολόι έγραφε δύο ώρες πριν το live και η φάση ήταν no rest for the wicked.
Εντελώς νηφάλιοι, έπρεπε να ξεπεράσουμε αυτομάτως τις εσωστρέφειές μας, κι έτσι χωριστήκαμε κι αρχίσαμε να ρωτάμε δεξιά αριστερά για λίγη ελεημοσύνη.
“We just arrived from Athens with no tickets”, είπα σε έναν με ξανθές μπούκλες.
“Same, just arrived from Australia”
Α, καλά, λέω, υπάρχουν και χειρότερα κι αμέσως απομακρύνθηκα, καθώς κανείς μας δεν θα κέρδιζε κάτι απ’ αυτό το interaction, εκτός κι αν τον ρωτούσα τίποτα tips για ωραίες μπούκλες.
“Don’t worry, money is not a problem”, θυμάμαι να λέω με ύφος Έλληνα Jeff Μπέζου σε έναν πάνχλωμο gingerhead που καθόταν στην μπάρα, όταν μου είπε πως θα ρωτούσε τον mate του για 3 extra tickets, που τελικά αποδείχτηκαν ένα ψέμα και μισό.
Αφού αδίκως ανακρίναμε όλους τους θαμώνες, αποφασίσαμε να παίξουμε το τελευταίο μας ψύχραιμο χαρτί. Να στηθούμε έξω απ’ το venue και να απειλούμε ότι θα αυτοπυρποληθούμε, αν δεν μας βρουν εισιτήρια. Προσωπικά, ο μόνος λόγος που δεν μου είχα βάλει ήδη φωτιά ήταν ότι πλέον ατμίζω και δεν κουβαλάω αναπτήρα.
Την παράσταση έκλεβαν κάτι απελπισμένοι Ινδοί, πολύ πιο κλαμένοι και οργανωμένοι, γιατί είχαν προνοήσει με κάτι τεράστια πλακάτ, με τα οποία ζητούσαν εισιτήρια
Τα πράγματα στην είσοδο ήταν πολύ χειρότερα, καθώς το δικό μας case δεν έμπαινε καν στο Top 10 των πιο δακρύβρεχτων ιστοριών. Την παράσταση έκλεβαν κάτι απελπισμένοι Ινδοί, πολύ πιο κλαμένοι και οργανωμένοι, γιατί είχαν προνοήσει με κάτι τεράστια πλακάτ, με τα οποία ζητούσαν εισιτήρια, όχι σαν κι εμάς, που ζητήσαμε από το ChatGPT να μας φτιάξει επιτόπου το κείμενο, το βάλαμε σε fullscreen στα κινητά μας και το δείχναμε. Κατάντια, με συγχωρείτε.
Η τύχη μάς χαμογέλασε τριάντα λεπτά πριν την έναρξη, όταν ένα geek με ακμή και γυαλάκια, που μου θύμιζε έντονα τον Peter Parker πριν τον τσιμπήσει αράχνη, εμφανίστηκε σαν άγγελος θεού και μας είπε “Are you looking for tickets? ‘Cause I got two”.
“Αγόρι μου, να σε φιλήσουμε. Ελένη, φίλα τον”, είπα στη φίλη μου την Ελένη, αλλά εκείνη δεν το έκανε.
Παρ’ όλα αυτά, μάς πούλησε τα δύο εισιτήριά του κι εγώ, ως performative male, έδωσα προτεραιότητα στις γυναίκες της παρέας. Η σκηνή αποχωρισμού θύμιζε έντονα τη σκηνή με τις βάρκες στον Τιτανικό.
“Go! Go and don’t look back”, είπα στις δύο φίλες μου, καθώς ξαφνικά ήθελα να ζήσω το δράμα μου στα αγγλικά.
“Θα τα καταφέρω, μην στεναχωριέστε για μένα. Θα την τελέψω”, είπα, κλείνοντας στα ελληνικά για να τιμήσω και τον τόπο που γέννησε την τραγωδία και μου την έδωσε να τη μεγαλώσω.
Μιλάμε για μια σπαρακτική σκηνή, αφού όσοι ήταν τριγύρω είχαν βουρκώσει. Ίσως η ερμηνεία μου να έπαιξε τον ρόλο της, γιατί μετά από λίγο με πλησίασε ένα πολύ ευγενικό, αγγλικό ποιμενικό Gen Z, για να μου πουλήσει ένα τελευταίο εισιτήριο που είχε. Ειλικρινά, δεν έχω δώσει πιο εύκολα λεφτά σε άνθρωπο στη ζωή μου.
Ό,τι και να πω για την υπεροχότητα του set, το οποίο κράτησε 4,5 ώρες, θα είναι λίγο και δεν έχω χειρότερο απ’ το να νιώθω ανεπαρκής.
Όταν πέρασα τον πρώτο έλεγχο και είδα τις φίλες μου από μακριά, τρέξαμε, αγκαλιαστήκαμε και χοροπηδούσαμε σαν τα καγκουρό. Δεν το πιστεύαμε ότι τα είχαμε καταφέρει. Όταν άνοιξαν οι πόρτες, ρίξαμε μια τρεχάλα και φτάσαμε απ’ τους πρώτους κάτω απ’ τον Fred.
Ό,τι και να πω για την υπεροχότητα του set, το οποίο κράτησε 4,5 ώρες, θα είναι λίγο και δεν έχω χειρότερο απ’ το να νιώθω ανεπαρκής.
Τα Reels και τα TikToks απ’ τη βραδιά, που είχε ως βασικό guest τον Thomas Bangalter από τους Daft Punk, αν και ομολογουμένως φανταστικά, την αδικούν.
Η ενέργεια που υπήρχε στον χώρο δεν χωράει σε κανένα 4K video ή οθόνη κινητού. Ο Fred όλο το βράδυ δεν σταματούσε να ανεβάζει στη σκηνή τους μουσικούς φίλους του για να τραγουδήσουν live τα κομμάτια που μίξαρε: Jamie T, Kano, Ezra Collective, BERWYN και Joy Anonymous, ένα lineup που από μόνο του έμοιαζε με όνειρο, ενώ στο κοινό από πίσω του μπορούσες να δεις κι άλλους να χορεύουν, όπως π.χ. τον Caribou.
Γράφω αυτό το κείμενο έχοντας επιστρέψει πλέον στην Αθήνα κι έχοντας ξενερώσει τη ζωή μου ενώ η αδρεναλίνη της εμπειρίας αρχίζει να αφήνει σιγά σιγά το σώμα μου. Φαντάζομαι σε καμιά βδομάδα ούτε που θα το σκέφτομαι πια, γιατί θα έχουμε τουλάχιστον πέντε νέους πολέμους για να ασχολούμαστε ή και χειρότερα, ποιος ξέρει;
Αλλά, επίσης, φαντάζομαι ότι, όταν μετά από χρόνια ξαναβρεθούμε αυτά τα τρία άτομα μαζί, δεν υπάρχει περίπτωση να μην μιλήσουμε για εκείνη τη μέρα που σηκωθήκαμε στα καλά καθούμενα να πάμε στο Λονδίνο για ένα βράδυ κι εξελίχθηκε στο καλύτερο της ζωής μας.