Η Moody’s προειδοποιεί ότι η Ευρώπη ενδέχεται να εισέλθει σε νέο κύκλο ανατιμήσεων στα τρόφιμα από το φθινόπωρο του 2026 και μέσα στο 2027, καθώς το αυξημένο κόστος λιπασμάτων θα αρχίζει να μεταφέρεται σταδιακά στην αγροτική παραγωγή και τελικά στις τιμές καταναλωτή, σύμφωνα με δημοσίευμα της Καθημερινής. Η εκτίμηση αφορά κυρίως βασικές καλλιέργειες όπως σιτάρι και καλαμπόκι, όπου τα λιπάσματα αποτελούν σημαντικό μέρος του λειτουργικού κόστους.
Σύμφωνα με τον οίκο, οι τιμές των αζωτούχων λιπασμάτων στην Ε.Ε. έχουν αυξηθεί περίπου κατά 25% σε σχέση με τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο των ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν. Η άνοδος συνδέεται τόσο με το υψηλότερο κόστος φυσικού αερίου (που είναι βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή του) όσο και με τις διαταραχές στις παγκόσμιες εξαγωγές μέσω των Στενών του Ορμούζ, από όπου διακινείται σημαντικό μέρος προϊόντων όπως αμμωνία, ουρία και θείο τα οποία χρειάζονται στα λιπάσματα.
Tο κόστος της γεωργίας θα επηρεαστεί από την κλιματική αλλαγή (καύσωνες, πλημμύρες κλπ) και από τους νέους περιβαλλοντικούς δασμούς της ΕΕ στα εισαγόμενα λιπάσματα.
Η Moody’s σημειώνει ότι οι επιπτώσεις δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί έντονα στα ράφια, επειδή πολλοί Ευρωπαίοι αγρότες διαθέτουν αποθέματα λιπασμάτων από προηγούμενες αγορές, ενώ η ισχυρή περσινή συγκομιδή διατήρησε υψηλά τα παγκόσμια αποθέματα σιτηρών. Ωστόσο, εάν οι υψηλές τιμές επιμείνουν, αρκετοί παραγωγοί ενδέχεται να περιορίσουν τη χρήση λιπασμάτων στον επόμενο κύκλο φύτευσης, αυξάνοντας τον κίνδυνο χαμηλότερων αποδόσεων και ασθενέστερης ποιότητας καλλιεργειών.
Ο οίκος επισημαίνει επίσης ότι οι γεωπολιτικές πιέσεις συμπίπτουν με πιο μακροπρόθεσμες επιβαρύνσεις για τη γεωργία: συχνότεροι καύσωνες, ξηρασίες και πλημμύρες αυξάνουν ήδη το κόστος παραγωγής, ενώ ο ευρωπαϊκός μηχανισμός κόστους άνθρακα στις εισαγωγές αναμένεται να επιβαρύνει περαιτέρω τα εισαγόμενα λιπάσματα τα επόμενα χρόνια.
Πηγές: Καθημερινή