Στις 5 πρώτες θέσεις των χωρών-μελών ΟΟΣΑ με την υψηλότερη έμμεση φορολογία (40,7% των συνολικών φορολογικών εσόδων του κράτους) βρίσκεται η Ελλάδα και μάλιστα με μεγάλη απόσταση από το μέσο όρο (31,2%).
Οι αυξημένες εισπράξεις από τον ΦΠΑ και οι υψηλοί Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης (π.χ. στα καύσιμα), ενισχύουν τα κρατικά ταμεία, αλλά πλήττουν τα φτωχότερα νοικοκυριά, καθώς δαπανούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε βασικά αγαθά που επιβαρύνονται με υψηλούς έμμεσους φόρους.
Σύμφωνα με τη νέα έκθεση του ΟΟΣΑ για τη φορολόγηση στις χώρες-μέλη του, περίπου τα μισά φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα, προέρχονται από τη φορολογία στην κατανάλωση.
Πρώτες είναι Δανία, Λουξεμβούργο, Φινλανδία και Σουηδία όπου η υψηλή φορολογία συνοδεύεται από ισχυρή ανταποδοτικότητα (π.χ. δωρεάν υγεία και εκπαίδευση).
Σε υψηλό επίπεδο σε σχέση με τις άλλες χώρες του Οργανισμού κινούνται και οι ασφαλιστικές εισφορές επιβαρύνοντας σημαντικά το κόστος εργασίας. Πάντως, η Ελλάδα είναι μεταξύ των οκτώ χωρών του ΟΟΣΑ όπου οι εισφορές των εργαζομένων αποφέρουν περισσότερα έσοδα στο κράτος από τις εισφορές των εργοδοτών.
Το 2024 τα φορολογικά έσοδα της Ελλάδας ανήλθαν στο 39,8% του ΑΕΠ, υψηλότερα από το 38,9% του 2023 και αρκετά υψηλότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που διαμορφώθηκε στο 34,1%, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να κατατάσσεται στη 10η θέση ως προς το ύψος της φορολογικής επιβάρυνσης.
Η Ελλάδα έχει από τις μεγαλύτερες αυξήσεις φόρων διαχρονικά στον ΟΟΣΑ. Από το 2010 έως το 2024, η Ελλάδα παρουσίασε αύξηση 7,4 ποσοστιαίων μονάδων στον λόγο φόρων προς ΑΕΠ. Πρόκειται για την 3η μεγαλύτερη αύξηση σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, μετά τη Σλοβακία (+7,7 μ.μ.) και την Ιαπωνία (+7,5 μ.μ.). Τα στοιχεία συνδέονται με φορολογική επιβάρυνση των πολιτών κατά την περίοδο των μνημονίων.
Πηγές: ΟΟΣΑ, ΕΡΤ, Τα Νέα