Ο στόχος να περιοριστεί η υπερθέρμανση του πλανήτη στον 1,5°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα θεωρείται πλέον πρακτικά ανέφικτος, σύμφωνα με χθεσινή έκθεση του ΟΗΕ, η οποία μετατοπίζει το βάρος της κλιματικής πολιτικής στον περιορισμό της υπέρβασης πάνω από το +1,5 °C και, στη συνέχεια, στη σταδιακή μείωση της θερμοκρασίας.
Η μέση παγκόσμια θερμοκρασία έχει ήδη αυξηθεί κατά περίπου 1,4°C σε σχέση με την περίοδο 1850-1900, ενώ ο ΟΗΕ εκτιμά ότι το όριο του 1,5°C θα ξεπεραστεί μέσα στα επόμενα χρόνια. Η υπέρβαση αυτή δεν σημαίνει ότι παύει να έχει σημασία κάθε πρόσθετο δέκατο του βαθμού. Όσο υψηλότερα φτάσει η θερμοκρασία, τόσο μεγαλύτεροι γίνονται οι κλιματικοί κίνδυνοι και τόσο δυσκολότερη η μελλοντική επιστροφή σε χαμηλότερα επίπεδα.
Σύμφωνα με την έκθεση, για να υπάρχει ρεαλιστική πιθανότητα η υπερθέρμανση να επιστρέψει κοντά στον 1,5°C μέσα στον αιώνα, η κορύφωσή της θα πρέπει να περιοριστεί περίπου στον 1,8°C. Ακόμη και αυτό το σενάριο θεωρείται δύσκολο.
Με τις σημερινές πολιτικές η μέση θερμοκρασία της Γης αναμένεται να αυξηθεί κατά 2,6°C (σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα) μέχρι το 2100
Προϋποθέτει όχι μόνο ταχεία και βαθιά μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως την επίτευξη καθαρών μηδενικών εκπομπών CO₂, αλλά και αφαίρεση τεράστιων ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα που έχει ήδη συσσωρευτεί στην ατμόσφαιρα.
Αυτό θα μπορούσε να γίνει μέσω εκτεταμένης αναδάσωσης και τεχνολογιών άμεσης δέσμευσης CO₂ από τον αέρα. Ωστόσο, οι τεχνολογίες αυτές λειτουργούν σήμερα σε πολύ περιορισμένη κλίμακα, ενώ η μαζική αναδάσωση απαιτεί τεράστιες εκτάσεις και μπορεί να συγκρουστεί με ανάγκες όπως η παραγωγή τροφίμων.
Το χρονικό περιθώριο είναι στενό, καθώς με τις σημερινές κλιματικές πολιτικές, ο πλανήτης βρίσκεται σε τροχιά υπερθέρμανσης περίπου 2,6°C έως το 2100. Και ακόμη εάν η θερμοκρασία μειωθεί αργότερα, ορισμένες συνέπειες όπως η άνοδος της στάθμης των θαλασσών και η απώλεια παγετώνων μπορεί να παραμείνουν μη αναστρέψιμες για αιώνες.
Πηγή: The New York Times