Ένα κορίτσι 16 ετών εξαφανίζεται στην Πάτρα και αναζητείται σε όλη την Αττική, ένας 15χρονος που σύμφωνα με την οικογένειά του δέχεται συστηματικά bullying από συμμαθητές του αυτοκτονεί στην Εύβοια, ένας συνομήλικός του από τις Σέρρες τις ίδιες μέρες προφυλακίζεται διότι προκάλεσε χτυπήματα που οδήγησαν στον θάνατο ένα αγόρι 17 χρονών, ενώ 4 ανήλικοι ταυτοποιούνται στη Θεσσαλονίκη για τον ξυλοδαρμό μιας 14χρονης, τον οποίο παράλληλα βιντεοσκοπούσαν.
Είναι οι τίτλοι από κάποια μόνο ρεπορτάζ των αστυνομικών συντακτών μόλις τις πρώτες μέρες του 2026. Δεν άνοιξε ξαφνικά η πύλη της κολάσεως, πρέπει να ζεις σε κάποια σπηλιά για να μην έχεις καταλάβει ότι οι ανήλικοι ζουν σε ένα περιβάλλον με βία, την ενσωματώνουν και την αναπαράγουν. Σύμφωνα με τα στατιστικά της ΕΛ.ΑΣ., περίπου 1 στα 3 παιδιά στην Ελλάδα δηλώνει ότι έχει υποστεί κάποια μορφή εκφοβισμού. Το 2024 σημειώθηκε αύξηση 40-46% στα περιστατικά βίας ανηλίκων σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ τους πρώτους μήνες του 2025, συνελήφθησαν περίπου 3.000 ανήλικοι για διάφορα αδικήματα βίας.
Η αυτοκτονία, η φυγή από το σπίτι και η εξαφάνιση είναι σαν μηνύματα σε μπουκάλια στον ωκεανό που τα άφησαν με σκοπό να τα βρούμε.
Χρειάζεται να μεγαλώνεις παιδί για να φρικάρεις διαβάζοντας τις ειδήσεις που αφορούν στην παραβατικότητα ή τις εξαφανίσεις παιδιών; Όχι κατά τη γνώμη μου, δεν βλέπω τη γονεϊκότητα ως αποκλειστικό κριτήριο κοινωνικής ευαισθησίας. Κάτι μας λένε αυτά τα παιδιά, διαφορετικό προφανώς ανά περίπτωση. Η αυτοκτονία, η φυγή από το σπίτι και η εξαφάνιση φτάνουν στα αυτιά μου σαν beat πάνω από 120 dB. Eίναι σαν μηνύματα σε μπουκάλια στον ωκεανό που τα άφησαν με σκοπό να τα βρούμε και να τους καταλάβουμε έστω και εκ των υστέρων, είναι μια μορφή επικοινωνίας. Και οι ανήλικοι που συχνά αποκαλούμε “αγρίμια”, κι αυτοί κάτι φωνάζουν, κάποιου την προσοχή ζητούν.
Με την υπόθεση των Σερρών, ξανασυζητήσαμε τον ρόλο των κοινωνικών υπηρεσιών, καθώς το «Χαμόγελο του Παιδιού» και τα σχολεία στα οποία φοιτούσαν ο κατηγορούμενος και ο αδελφός του είχαν στείλει αναφορές στην Εισαγγελία Πρωτοδικών για πολύ κακές συνθήκες διαβίωσης των παιδιών, δύσκολο οικογενειακό περιβάλλον και περιστατικά bullying εναντίον συμμαθητών τους. Διαβάζοντας το σχετικό ρεπορτάζ της Αλεξίας Καλαϊτζή στην Καθημερινή, καταλήγουμε στο ίδιο πρόβλημα στο οποίο φτάνουμε σε κάθε απόπειρά μας ως δημοσιογράφων να ξεμπλέξουμε θέματα που αφορούν στην κοινωνική πρόνοια και την προστασία ανηλίκων: κενά στο σύστημα και στα πρωτόκολλα αντιμετώπισης και πρόβλημα στον συντονισμό των φορέων μεταξύ τους. Σε ένα άχαρο rewind, αν δούλευε το σύστημα θα είχε αντιδράσει από τα πρώτα δείγματα, τα δυο αυτά αγόρια μπορεί να είχαν απομακρυνθεί σε ένα υγιές και οργανωμένο περιβάλλον μιας λειτουργικής δομής όσο η μητέρα τους δεχόταν κι εκείνη στήριξη και βοήθεια, μπορεί να είχαν μια αληθινή δεύτερη ευκαιρία να ξαναζήσουν μαζί με λιγότερο θυμό και λιγότερες πληγές. Μπορεί να μην τον βάραινε τέτοια βαριά κατηγορία, όσο θα περίμενε τη δίκη του πίσω από τις μπάρες. Κυρίως, μπορεί το άλλο παιδί να ζούσε. Μπορεί και όχι, όμως αυτό δεν μικραίνει την αναγκαιότητα και την ευθύνη του κοινωνικού κράτους.
Μέχρι την τελευταία στιγμή, μέχρι την τελευταία αφορμή, όσο υπάρχει χρόνος, επαφή και παρέμβαση υπάρχει ευκαιρία να αλλάξει η πορεία ενός παιδιού.
Τον περασμένο Απρίλιο μπήκαμε για ρεπορτάζ στο Ειδικό Σωφρονιστικό Κατάστημα Νέων Αυλώνα Αττικής, όπου κρατούνταν περίπου 360 νέοι από 18 έως 21 ετών. Ακόμα κι αυτοί που βρήκαν μια ιδιότυπη ηρεμία εκεί μέσα και χρόνο να σκεφτούν πώς θέλουν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους, θα έδιναν τα πάντα για να μην είχαν μπει ποτέ μέσα, διότι ο φυσικός χώρος της παιδικής ηλικίας και της νεότητας δεν έχει κελιά.
Τα μέσα ενημέρωσης, στο σύνολό τους, καλύπτουν εντατικά την παραβατικότητα και τις εξαφανίσεις ανηλίκων, κάνουν ρεπορτάζ, φιλοξενούν ειδικούς στους οποίους δίνουν χώρο και χρόνο να πουν όσα χρειάζεται για να δούμε ότι τα παιδιά χρειάζονται την προσοχή μας.
Μέχρι όμως οι γονείς να ξεθολώσουμε από την τρέλα να τα βγάλουμε πέρα με τις υποχρεώσεις-μέγγενη στη ζωή μας, μέχρι όλοι μας να καταλάβουμε πόσο κοσμοϊστορική αλλαγή είναι αυτή η εκδήλωση βίας σε τόσο μικρές ηλικίες, μέχρι να συντονιστούν τα σχολεία, οι εκπαιδευτικοί, οι δομές, οι εισαγγελίες, οι οργανώσεις και όλο το πλέγμα των προνοιακών υπηρεσιών, θα πρέπει να δεχτούμε ότι “κάποια παιδιά θα πάνε χαμένα”; Ηθικά είναι αφόρητη και μη αποδεκτή η παραδοχή ότι κάποια παιδιά, ενώ θα μπορούσαν να μην έχουν κινδυνεύσει γυρνώντας μόνα στην Αθήνα, κινδύνευσαν ή ενώ θα μπορούσαν να μην έχουν καταλήξει στη φυλακή ή στα νεκροτομεία, κατέληξαν.
Συζητώντας με ειδικούς που έχουν μεγάλη εμπειρία στα παιδιά, τους εφήβους και τα “σκοτάδια” τους, κρατάω ως συμβουλή την επιμονή τους ότι μέχρι την τελευταία στιγμή, μέχρι την τελευταία αφορμή, όσο υπάρχει χρόνος, επαφή και παρέμβαση υπάρχει ευκαιρία να αλλάξει η πορεία ενός παιδιού.