Παρά το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα παίρνουν μόλις 0,2 εβδομάδες αναρρωτικής άδειας τον χρόνο (έναντι 2,6 εβδομάδων κατά μέσο όρο στην ΕΕ), αυτό δεν μεταφράζεται σε υψηλότερη παραγωγικότητα, επισημαίνει ρεπορτάζ της “Καθημερινής”. Αντίθετα, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να υστερεί σε όρους παραγωγικότητας ανά ώρα εργασίας.
Η εικόνα αυτή βασίζεται σε ανάλυση των γερμανικών εταιρειών IFB και Data Pulse Research, που αξιοποίησαν στοιχεία του ΟΟΣΑ. Σύμφωνα με τους ειδικούς, το φαινόμενο εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από το λεγόμενο “presenteeism”, το οποίο παρατηρείται στον ευρωπαϊκό Nότο. Σύμφωνα με αυτό πολλοί εργαζόμενοι συνεχίζουν να δουλεύουν ακόμη και όταν είναι άρρωστοι, κυρίως λόγω οικονομικής ανασφάλειας (συνήθως δεν αμοίβονται πλήρως όταν είναι άρρωστοι ή φόβου απώλειας της θέσης εργασίας.
Η παραγωγικότητα δείχνει πόσο αποδοτικά μια οικονομία παράγει αγαθά/υπηρεσίες, δηλαδή πόση παραγωγή αντιστοιχεί σε κάθε εργαζόμενο ή ώρα εργασίας.
Το “παράδοξο” γίνεται πιο εμφανές αν συγκριθεί η Ελλάδα με χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Για παράδειγμα, στη Νορβηγία οι εργαζόμενοι λαμβάνουν περίπου 5,9 εβδομάδες αναρρωτικής άδειας ετησίως, αλλά η χώρα καταγράφει από τις υψηλότερες επιδόσεις παραγωγικότητας στην Ευρώπη. Αυτό καταρρίπτει το στερεότυπο ότι οι λιγότερες άδειες οδηγούν αυτομάτως σε καλύτερα αποτελέσματα για τις επιδόσεις της οικονομίας.
Στην πραγματικότητα, η παραγωγικότητα, δηλαδή το πόση παραγωγή αντιστοιχεί σε κάθε εργαζόμενο ή ώρα εργασία, εξαρτάται κυρίως από βαθύτερους παράγοντες, όπως η οργάνωση της εργασίας, η επένδυση των εταιρειών σε καλά εκπαιδευμένους εργαζόμενους και η χρήση της τεχνολογίας και λιγότερο στο ποσό των αναρρωτικών αδειών. Μάλιστα, η εργασία με ασθένεια ρίχνει την παραγωγικότητα, γιατί μειώνει την απόδοση, αυξάνει τα λάθη, καθυστερεί την ανάρρωση των εργαζομένων και αυξάνει τον κίνδυνο μετάδοσης της ασθένειας σε άλλους εργαζόμενους.
Πηγή: Καθημερινή