Πώληση λαθραίων τσιγάρων, sugar daddies και φρουτάκια. Αυτές ήταν οι τρεις βασικές προτάσεις που κατατέθηκαν μεταξύ σοβαρού και (για νομικούς λόγους) αστείου στο πλαστικό μας τραπέζι στις Κυκλάδες, για το πώς, παρά το γεγονός ότι ο Αύγουστος μας έχει εξοντώσει οικονομικά, θα καταφέρουμε να ανέβουμε Θεσσαλονίκη, έστω για μία μέρα, την Παρασκευή 20.09 για το reworks.
To, έως τότε, lineup που επαναλαμβανόταν σε ανύποπτα χρονικά διαστήματα (“Fjaak, μετά Richie Hawtin, μετά Nina Kraviz”), προκαλούσε αυτόν τον λίγο ανεδαφικό, λίγο παιδικό ενθουσιασμό, ώστε να φτάσω να αναλογιστώ, μεταξύ σοβαρού και, κυρίως, αστείου μέχρι και το να κάνω το Αθήνα- Θεσσαλονίκη-Αθήνα με τρένο (“είναι ο νόμος των πιθανοτήτων, Ράνια, αποκλείεται να ξαναγίνουν Τέμπη τόσο σύντομα”), μόνο για να το απορρίψω αυτόματα.
Το τρίτο βράδυ μας στο νησί, σε μια στιγμή νηφαλιότητας όσο περίμενα το πρώτο μου ποτό, έκλεισα, εσωτερικά, το ζήτημα. Δεν έχει Θεσσαλονίκη φέτος, του χρόνου, με το καλό. Μηχανικά, άρχισα να βλέπω stories και κάπου ανάμεσα σε πανηγύρι Τήνου και πανηγύρι Ικαρίας, άκουσα το intro ενός κομματιού που θα αναγνώριζα πάντα και παντού.
Ήταν το intro ενός κομματιού που χορεύω χαμογελώντας τόσο που πονάνε τα μάγουλά μου, ήταν το Supernature του Cerrone, ο οποίος είχε μόλις ανακοινωθεί ότι θα ανοίξει το φετινό reworks στις 18.09.
Ήταν το intro του κομματιού που, από τότε που άκουσα για πρώτη φορά βλέποντας το Climax του Gaspar Noe, άνοιξε το αυτί μου πραγματικά στη disco, το intro ενός κομματιού που χορεύω χαμογελώντας τόσο που πονάνε τα μάγουλά μου, ήταν το Supernature του Cerrone, ο οποίος είχε μόλις ανακοινωθεί ότι θα ανοίξει το φετινό reworks στις 18.09.
Ξαφνικά, η ιδέα του ελληνικού σιδηροδρόμου άρχισε να ηχεί διαφορετικά στα αυτιά μου. Ξαφνικά, το reworks, ένα φεστιβάλ που μέχρι πέρυσι δεν ήξερα παρά μόνο σαν όνομα, είχε αποκτήσει στο μυαλό μου, μια θέση δίπλα στα ξένα φεστιβάλ, των οποίων τα lineups κάνουν το σαγόνι μου να πέφτει στο πάτωμα.
Προτού αρχίσω να παίρνω τέτοιες αποφάσεις όμως, μπήκα να δω το πρόγραμμα και των πέντε ημερών του φεστιβάλ που θα διαρκέσει από τις 18 έως τις 22 Σεπτεμβρίου. Η αναζήτηση δικαίωσε τον αρχικό ενθουσιασμό. ARTBAT (19.09), SOLOMUN (20.09), Ben Klock (21.09), Chaos in the CBD (22.09) είναι μόνο λίγα από τα 30+ ονόματα που θα μπορούν να ακούσουν όσοι/ες βρεθούν στα venues της Θεσσαλονίκης, από τα ιστορικά πρώην Σφαγεία έως το μπουζουξίδικο Μαμούνια live.
ARTBAT (19.09), SOLOMUN (20.09), Ben Klock (21.09), Chaos in the CBD (22.09) είναι μόνο λίγα από τα 30+ ονόματα που θα μπορούν να ακούσουν όσοι/ες βρεθούν στα venues της Θεσσαλονίκης, από τα ιστορικά πρώην Σφαγεία έως το μπουζουξίδικο Μαμούνια live.
Κοιτάζοντας το πρόγραμμα, αυτό που με εντυπωσίασε είναι το πόσο no-bullsh!t και σοβαρή πρόταση είναι για κάποιον που αγαπάει την ηλεκτρονική μουσική. Καλύπτει, με συνοχή και συνέπεια, ένα κομμάτι αυτού του γιγαντιαίου είδους, χωρίς να αφήνει την εντύπωση ότι το κάνει ευκαιριακά ή ότι αυτοπεριορίζεται στα trends που επικρατούν στη σκηνή της ηλεκτρονικής την εκάστοτε περίοδο. Παρουσιάζει κάποιους/ες από τους αρτιότερους/ες εκπροσώπους διαφορετικών subgenres (disco, house, deep-house, tech-house και techno, είναι μόνο κάποια από αυτά) κάνοντας ακόμα και όσους/ες έχουν αυστηρές προτιμήσεις να γλυκοκοιτάξουνε το πάσο για όλες τις ημέρες.
Το φεστιβάλ φαίνεται πως δεν υπακούει στις ίδιες δυνάμεις που υπηρετούν κάποια εσωστρεφή ελληνικά φεστιβάλ που φυτρώνουν μια φορά τον χρόνο, χωρίς καλά-καλά να πληρούν τους όρους για να αποκαλούνται έτσι.
Το πρόγραμμά του προκύπτει από μια σειρά ιδεών (που προσεγγίζονται κάθε χρόνο στο φόρουμ του, το reworks agora που γίνεται στο τέλος της άνοιξης), από το αισθητικό αποτύπωμα υπολογίσιμων ξένων φεστιβάλ που το συνεπιμελούνται (φέτος το γαλλικό Nuits Sonores, το πορτογαλικό Semibreve και το νορβηγικό Insomnia), από καλλιτέχνες/ιδες που έρχονται ξανά και ξανά και ξανά γιατί έχουν αποκτήσει σχέσεις με το φεστιβάλ και το εγχώριο και διεθνές κοινό του.
Μέσα στα 20 χρόνια ύπαρξής του (τα οποία γιορτάζει φέτος), έχει καταφέρει να γίνει σημείο αναφοράς στα πολιτιστικά δρώμενα μιας πόλης που βγάζει σταθερά κάποιες απ’ τις καλύτερες μουσικές της χώρας.
Την ίδια στιγμή, μέσα στα 20 χρόνια ύπαρξής του (τα οποία γιορτάζει φέτος), έχει καταφέρει να γίνει σημείο αναφοράς στα πολιτιστικά δρώμενα μιας πόλης που βγάζει σταθερά κάποιες απ’ τις καλύτερες μουσικές της χώρας, να γίνει κάτι πολύ παραπάνω από πέντε πάρτυ τον Σεπτέμβρη, να μην αποξενώσει τους κατοίκους της πόλης για τους οποίους τα BPM της μουσικής έχουν σημασία.
Γιατί στη Θεσσαλονίκη; Ίσως γιατί το αφοσιωμένο κοινό της πόλης το στηρίζει αδιάκοπα. Ίσως γιατί η Αθήνα είναι αρκετά μεγάλη για να σκορπίσει τη σκηνή από την πλατεία Βάθης και την Ομόνοια έως το ΟΑΚΑ και την παραλιακή. Ίσως γιατί σπάνια τα πραγματικά καλά φεστιβάλ γίνονται μέσα σε μια πολύ μεγάλη πόλη.
Γιατί φέτος; Δεν ξέρω, ακόμα μου κάνει εντύπωση που ενώ έχω ξεψαχνίσει προγράμματα αντίστοιχων φεστιβάλ, δεν είχα πάρει πρέφα τι γίνεται τόσα χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Μπορεί να φταίει η ψευδαίσθηση ότι η Αθήνα με καλύπτει, μπορεί και να μην έχει σημασία τι φταίει. Εμένα πάντως, κάτι μου λέει ότι αυτή δεν θα είναι η τελευταία χρονιά που θα ανυπομονώ για τον Σεπτέμβρη.