Παρά τη βελτίωση των βασικών οικονομικών δεικτών την τελευταία δεκαετία, μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να βιώνει οικονομική πίεση, σύμφωνα με τη νέα μελέτη του ΙΟΒΕ “Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα”.
Η μελέτη καταγράφει ότι η ελληνική οικονομία έχει απομακρυνθεί από τα βαθύτερα σημεία της κρίσης: η ανεργία μειώθηκε από 24,9% το 2015 σε 8,8% το 2025, η απασχόληση αυξήθηκε και ο δείκτης Gini, που μετρά την εισοδηματική ανισότητα, υποχώρησε από 34,2% σε 31,6%. Ωστόσο, η βελτίωση αυτή δεν μεταφράζεται ισότιμα στην καθημερινότητα. Περίπου 68% των νοικοκυριών δηλώνει ότι δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα, έναντι 19% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών είναι δευτερογενής ανάλυση άλλων ερευνών και συγκεντρωτικών στατιστικών.
Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η ανισότητα δεν αποτυπώνεται πλέον μόνο στο ύψος του εισοδήματος, αλλά και στην πρόσβαση σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες: στέγη, υγεία, εκπαίδευση, εργασία και μακροχρόνια φροντίδα. Χαρακτηριστικά, τα νοικοκυριά με εισόδημα κάτω από το 60% του διάμεσου εισοδήματος δαπανούν περίπου το 60% των διαθέσιμων πόρων τους για στεγαστικές ανάγκες, ενώ η άνοδος των ενοικίων μετά το 2018 έχει επιβαρύνει δυσανάλογα τους ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος.
Αντίστοιχες ανισότητες καταγράφονται στην υγεία και την εκπαίδευση. Στην υγεία, το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες ιατρικής περίθαλψης, έναντι 10% στο υψηλότερο, ενώ τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων στα χαμηλότερα εισοδήματα, έναντι 18% στα υψηλότερα. Η υψηλή εξάρτηση από ιδιωτικές δαπάνες υγείας μεταφέρει σημαντικό μέρος του κόστους απευθείας στα νοικοκυριά.
Στην εκπαίδευση, παρότι το ποσοστό ενηλίκων με ανώτατη εκπαίδευση αυξήθηκε από 26,5% σε 32,6%, η κοινωνική άνοδος εξακολουθεί να εξαρτάται έντονα από το οικογενειακό υπόβαθρο. Σύμφωνα με τη μελέτη, μόλις περίπου 12% των παιδιών από χαμηλά εκπαιδευτικά στρώματα φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης.
Πηγή: ΙΟΒΕ