Σε 200.000 υπολογίζονται οι κενές θέσεις στην ελληνική αγορά εργασίας, το υψηλότερο επίπεδο από το 2009, σύμφωνα με το “Πρώτο Θέμα”.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Μαίρης Λαμπαδίτη, η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων κάνει λόγο για 53.000 κενές θέσεις εργασίας που, μαζί με την εστίαση, φτάνουν τις 80.000. Αυτό περιλαμβάνει θέσεις όπως σεφ, μάγειρες/ισσες, ρεσεψιονίστ, υπάλληλοι καθαρισμού και κηπουροί.
Παρόλα αυτά, οι ελλείψεις δεν περιορίζονται στις τουριστικές επιχειρήσεις και την εστίαση. Ακόμα 70.000 θέσεις έχουν μείνει ακάλυπτες στη γεωργία και μαζί με τις ελλείψεις εργαζομένων κυρίως στις κατασκευές αλλά και στη βιομηχανία, τα τεχνικά επαγγέλματα, το νοσηλευτικό προσωπικό και την πληροφορική, οι κενές θέσεις αγγίζουν τις 200.000.
Η ΕΛΣΤΑΤ υπολογίζει 38.000 κενές θέσεις, αποτυπώνοντας την τάση για αύξηση των κενών θέσεων όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλη την Ευρώπη, χωρίς να περιλαμβάνει τον πρωτογενή τομέα και τις κατασκευές.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι άνεργοι/ες ανέρχονται σε 495.000, με την ανεργία να πέφτει στο 10,4% τον Ιανουάριο του 2024.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μείωση της ανεργίας συνδέεται με τη μείωση των κενών θέσεων εργασίας. Χαρακτηριστικά, την περίοδο 2013-2015, όπου η ανεργία είχε αγγίξει το 25%, οι κενές θέσεις εργασίας ήταν 15.000.
Κάποιοι από τους βασικούς λόγους που οι θέσεις αυτές παραμένουν ακάλυπτες είναι, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, οι χαμηλοί μισθοί, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης και οι κακές συνθήκες εργασίας, οι διακρίσεις στις πρακτικές προσλήψεων (ηλικία, φύλο, αναπηρία), η φυγή στο εξωτερικό, η αναντιστοιχία δεξιοτήτων που απαιτούνται για τις θέσεις με τις δεξιότητες των ανέργων, αλλά και η αναντιστοιχία μεταξύ των περιοχών όπου βρίσκονται οι θέσεις κι αυτών όπου κατοικούν οι άνεργοι.